
Τον τελευταίο καιρό από διάφορες πλευρές, προφανώς λόγω άγνοιας, αμφισβητείται η αναγκαιότητα της ανέγερσης του Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου με τη δικαιολογία ότι «υπάρχουν πολλά θέατρα στη Λευκωσία». Σαν τέτοια αναφέρονται το θέατρο του ΘΟΚ, το Παλλάς και αίθουσες εκδηλώσεων δήμων της ευρύτερης Λευκωσίας.
Πρόκειται ασφαλώς για εσφαλμένη εκτίμηση, αφού η ύπαρξη των πιο πάνω θεάτρων και αιθουσών καθόλου δεν καλύπτει τις ανάγκες για τις οποίες δημιουργείται το νέο πολιτιστικό σύμπλεγμα της Κύπρου. Το Μέγαρο Πολιτισμού Κύπρου θα αποτελεί τον πρώτο εκτεταμένο πολιτιστικό πυρήνα, τη μεγαλύτερη πολιτιστική υποδομή στον τόπο μας, που είναι σήμερα η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δε διαθέτει παρόμοιους χώρους καλλιτεχνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Πρόκειται δηλαδή για το μοναδικό ειδικά σχεδιασμένο, κατασκευασμένο και εξοπλισμένο πολιτιστικό κέντρο, με βάση διεθνείς προδιαγραφές και επίπεδα ποιότητας, που θα διαθέτει τη δυνατότητα να φιλοξενεί χωρίς συμβιβασμούς ακόμη και τις πιο απαιτητικές παραγωγές συναυλιών, σύγχρονου χορού, όπερας, μπαλέτου, μιούζικαλ κ.λ.π. Η ομάδα των συμβούλων μελετητών, η οποία έχει σχεδιάσει το έργο μετά από μεγάλο διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, αποτελείται από κορυφαίους ειδικούς με παγκόσμια πείρα και αναγνώριση, γεγονός που εγγυάται την ποιοτική αρτιότητα του έργου, αλλά και το ότι η Κύπρος θα αναβαθμιστεί στα επίπεδα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών από πλευράς πολιτιστικής υποδομής.
Για το σχεδιασμό του Μεγάρου και ως απαραίτητος όρος για τη συγχρηματοδότηση του από τα ευρωπαϊκά ταμεία, εκπονήθηκε μελέτη Σκοπιμότητας / Βιωσιμότητας / Κόστους / Οφέλους, που στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε μεγάλη πολιτιστική έρευνα αγοράς, τη μεγαλύτερη που έγινε στην Κύπρο. Εξετάστηκαν σε βάθος η προσφορά και η ζήτηση και η ποιότητα όσον αφορά θέσεις και αίθουσες πολιτιστικών εκδηλώσεων στη Λευκωσία, αλλά και σε άλλες πόλεις.
Η τελική επεξεργασία των δεδομένων έγινε από έμπειρους ειδικούς που διέθεσε για το σκοπό αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση και συγκεκριμένα από ομάδα του Πανεπιστημίου του Βερολίνου με επικεφαλής τον καθηγητή Dr. Klaus Siebenhaar.
Η ομάδα, μεταξύ άλλων, επισκέφθηκε και αξιολόγησε διάφορες αίθουσες στη Λευκωσία. Τα συμπεράσματα της, όπως περιλαμβάνονται με λεπτομέρεια στη μελέτη σκοπιμότητας, είναι κατηγορηματικά. Ότι δηλαδή σε καμιά περίπτωση οι άλλες αίθουσες δεν καλύπτουν τις ανάγκες που καλείται να καλύψει το Μέγαρο Πολιτισμού τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική άποψη.
Όσον αφορά το ΘΟΚ, επιτέλους το κρατικό μας θέατρο, ύστερα από χρόνια «προσφυγιάς», αποκτά τη δική του αξιοπρεπή στέγη, φτιαγμένη στα δικά του μέτρα. Η στέγη αυτή μόλις και που θα καλύπτει τις ανάγκες των τριών από τις τέσσερεις σκηνές του, δηλαδή της πρώτης, της πειραματικής και της παιδικής σκηνής, ενώ για τις παραστάσεις της δεύτερης σκηνής θα διατηρήσει το θεατράκι του στα Λατσιά.

Συνεπώς ο ΘΟΚ δεν θα μπορεί να υποκαταστήσει το Μέγαρο Πολιτισμού, αφού θα διαθέτει τους χώρους του αποκλειστικά για τις δικές τους δραστηριότητες. Μάλιστα, ίσως στο μέλλον να χρειάζεται σε ορισμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιεί για μεγάλες εκδηλώσεις του το Μέγαρο λόγω της μεγάλης αίθουσας που θα διαθέτει.
Όσον αφορά το «Παλλάς», πρόκειται για ένα παλιό κινηματογράφο κοντά στην Πύλη Πάφου που ανακαινίστηκε πρόσφατα για να χρησιμοποιείται για τις δοκιμές και κάποιες συναυλίες της Κρατικής Συμφωνικής Ορχήστρας.
Να σημειωθεί ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε σοβαρή θεατρική υποδομή, αλλά απ’ ότι φαίνεται, λόγω περιορισμένων χώρων και διευκολύνσεων, ούτε και τη Συμφωνική Ορχήστρα μπορεί να εξυπηρετήσει πλήρως. Πολύ περισσότερο δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσει μεγαλύτερες ορχήστρες και παραγωγές. Κι αυτό παρόλο που πρόκειται για ένα αξιόλογο έργο δημιουργίας χώρου εκδηλώσεων, χρήσιμο και λειτουργικό για το είδος που μπορεί να φιλοξενήσει.
Μετά την κατάρρευση της στέγης του Δημοτικού Θεάτρου, το Παλλάς παραχωρήθηκε στο Δήμο Λευκωσίας, ο οποίος και το διαχειρίζεται για τις ανάγκες των δικών του πολιτιστικών και άλλων δραστηριοτήτων. Η ζήτηση είναι μεγάλη και πάντα θα υπάρχει. Συνεπώς η λειτουργία του Παλλάς καθόλου δεν επηρεάζει ή επηρεάζεται από το Μέγαρο Πολιτισμού Κύπρου.
Σε δήμους της ευρύτερης Λευκωσίας δημιουργήθηκαν αξιόλογες αίθουσες καλλιτεχνικών και άλλων εκδηλώσεων, οι δυνατότητες των οποίων βρίσκονται μέσα στα όρια τα οποία καθορίστηκαν κατά τη δημιουργία τους, δηλαδή να ανταποκριθούν στις πολιτιστικές και άλλες ανάγκες των αντίστοιχων δήμων.
Χαιρόμαστε για τη δημιουργία των πιο πάνω αιθουσών και θεάτρων, που κάλυψαν σε αρκετό βαθμό το κενό στην πολιτική μας υποδομή και αναμφίβολα συμβάλλουν στην πολιτιστική άνοδο της Κύπρου, ιδιαίτερα σε εξειδικευμένους τομείς (θέατρο) και σε τοπικό επίπεδο και που πρέπει να θεωρούνται ότι συμπληρώνουν και καθόλου δεν επηρεάζονται ανταγωνιστικά από το Μέγαρο Πολιτισμού Κύπρου. Εξ’ άλλου, η ποικιλόμορφη πολιτιστική δραστηριότητα ποτέ δεν έβλαψε την κοινωνία.
Όπως επανειλημμένα έχουμε διακηρύξει η δημιουργία του Μεγάρου αποτελεί σημαντική πολιτιστική εξέλιξη όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή της ενωμένης Ευρώπης.
Το Μέγαρο δεν θα λειτουργεί μόνο ως χώρος φιλοξενίας πολιτιστικών εκδηλώσεων, αλλά πρώτιστα ως χώρος παραγωγής τέχνης και πολιτισμού και ως βήμα ενθάρρυνσης νέων και προβολής καταξιωμένων Κυπρίων δημιουργών. Η πολιτιστική του παρέμβαση θα είναι καθοριστική για την ουσιαστική αναβάθμιση των τεχνών και του πολιτισμού στην Κύπρο.
Επίσης θα έχει έντονο εκπαιδευτικό χαρακτήρα, με κύριο στόχο τους νέους, μέσω των σχολείων και άλλων φορέων. Γι’ αυτό και θα περιλαμβάνει και μεγάλο εκπαιδευτικό κέντρο.
Ο περιβάλλων χώρος θα τοπιογραφηθεί κατάλληλα και θα συνδεθεί με το γειτονικό γραμμικό πάρκο Πεδιαίου για να καταστεί κέντρο ψυχαγωγίας, κοινωνικής συνάθροισης και πολιτιστικής ενασχόλησης για ολόκληρο τον κυπριακό πληθυσμό, ιδιαίτερα τους νέους. Θα δημιουργηθεί επίσης μεγάλη αστική πλατεία, που θα φιλοξενεί καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με χιλιάδες θεατές.
Το όλο σύμπλεγμα θα βρίσκεται μακριά από ελιτισμούς, απομονώσεις και αποκλεισμούς. Θα είναι ανοικτό σε ολόκληρη την κοινωνία, προσιτό και προσβάσιμο σε όλους, για να αποτελέσει σημείο καθημερινής επαφής του ευρύτερου δυνατού κοινού με την τέχνη, τον πολιτισμό και την υγιή ψυχαγωγία. Είναι καιρός, λοιπόν, να κοιτάζουμε μπροστά, προς την Ευρώπη και το μέλλον.
Μάιος 2011